Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

McKenzy, o πατέρας της Fuzzy Ethic. 1. Καταγωγή


Γεννημένος στις 8 Οκτωβριου 1952, στη καρδια του Ζυγου, στη Μομπάσα.
Ο πατερας του ναυτικος, μαλλον Ικαριωτης αλλα μπορει και Λαρισαίος μιας και η μανα του πηρε και τους δυο Ελληνες ναυτικους εκεινο το βραδυ του Γεναρη.
Νομιζε οτι ηταν ο ιδιος και την ξαναηθελε, στα ματια της βλεπεις ολοι οι λευκοι ηταν ιδιοι.
Αυτοι δεν καταλαβαν τιποτα, κι αν τους ελεγες οτι πηραν την Μπαρογκο εκεινο το βραδυ θα σου πουν οτι το μονο που θυμουνται ειναι να πινουν το μπουκαλι με το τσιπουρο στη δεσπεντζα του Αδάμαντα και να τραγουδανε μαζι βλαχικα ο ενας, νησιωτικα ο αλλος.
Τωρα πως βρεθηκαν στη καλυβα της Μπαρογκο, αυτο ισως μονο ο λοστρομος (Πειραιωτης) θα το ξερει που αυτος θυμαται σιγουρα οτι κατι εκανε κι αυτος με τη Μπαρόνγκο (το ονομα της θα πει η μικροτερη απο τις διδυμες) αλλα για λογους που μονο αυτος και η μαυρουλα ξερουν θα μπορουσε να ορκιστει οτι το παιδι δεν ειναι δικο του.
Η Μπαρονγκο αποδιδει την ενεργητικοτητα του μικρου στη εκπληκτικη σοδεια του καφε που ειχαν κεινη τη χρονια, μιας και η ιδια ηταν μανιωδης ποτης εμεις ομως ξερουμε οτι ενα λογο σ' αυτο σιγουρα επαιξε και το σπιρτο Τυρναβου...
Ο μικρος Μουκαμι (θα πει φτιαγμενος απο γαλα, φορος τιμης στον αγνωστο πατερα) μια χαρα μεγαλωνε μεσα στις λασπες του λιμανιου μεχρι που τον βρηκε ο ιεραποστολος Ιερεμίας Μακενζι και τον πηρε μαζι του ν'αναβει τα μανουαλια στην ιεραποστολη, και να του γυριζει τις σελιδες στα βιβλια οταν εψελνε.


Fuzzy Ethic

Η Fuzzy Ethic, την εδρα της οποιας στο Ινστιτούτο κατείχε (?) ο Μακένζι, ειναι η απολυτη εννοια της Ηθικης καθως απ' αυτην λειπει καθε προσωπικο κινητρο, που θα μπορουσε να στρεψει το υποκειμενο στην επιλογη μιας λυσης εναντι αλλων με παρομοιο ηθικο βαρος.
Η επιλογη δε μιας πραξης γινεται με απολυτα τυχαιο τροπο. Κατανομες πιθανοτητας οριζουν ενα περιβαλλον ηθικων λυσεων και το υποκειμενο επιλεγει στη τυχη μια μεταξυ αυτων.
Κατοπιν ακολουθει πιστα τις συνεπειες της αποφασης του μεχρι το επομενο ηθικο προβλημα.

Καταυλισμός (μέρος 2ο) - Απότομο Ξύπνημα


Ασφαλώς οι άθλιες παράγκες δεν αποτελούσαν και οικοδομικά πρότυπα. Ο Σιντ είχε συνηθίσει να νιώθει το πουκάμισό του να κολλάει στην πλάτη του τα καλοκαίρια. Ο ήλιος έριχνε τις ακτίνες του χωρίς καμία ντροπή πάνω στα ιδιόμορφα κουτιά και η εσωτερική θερμοκρασία ανέβαινε τόσο που θύμιζε καμίνι. Τα πρωινά μετά από μεθύσι η ανάγκη για ύπνο ήταν μεγαλύτερη από την ανάγκη για δροσιά. Κι αυτός ήταν ο λόγος που ο Σιντ προτιμούσε άλλες εποχές κι όχι το καλοκαίρι. Μία ριπή κρύου αέρα έμπαινε από το άνοιγμα δίπλα στην πόρτα – και μετά μια άλλη και μια άλλη - λες και είχε ένα δικό της παλλόμενο ρυθμό. Όλο σκεφτόταν να βρει ένα τρόπο να το κλείσει τώρα που χειμώνιαζε για τα καλά και όλο το ξεχνούσε. Ένιωθε το κεφάλι του – το μόνο μέρος του σώματός του που περίσσευε από τα θλιβερά σκεπάσματα – να ψύχεται και τον εγκέφαλο του να συρρικνώνεται για να αμυνθεί. Η μύτη του είχε παγώσει και έτρεχε. Αισθανόταν αυτή την υγρασία στο στόμα του. Δεν ήθελε να σηκωθεί. Δεν μπορούσε άλλωστε. Το εκρηκτικό, αλκοολούχο μείγμα του Σορίν δεν τον άφηνε κι ας είχε ξημερώσει για τα καλά. Βυθισμένος ακόμα στη νάρκωσή του, αδυνατούσε να αποκτήσει επαφή με την πραγματικότητα. Σαν όραμα έβλεπε ξανά την πρώτη φορά που ξύπνησε στον ξεχασμένο τούτο τόπο. Κι όσο η μύτη του δε σταματούσε να τρέχει από το κρύο τόσο θυμόταν τη γλώσσα του Κυρίουσμιθ να περιεργάζεται το πρόσωπό του. Τι τραγική ειρωνεία – όταν ξάπλωνε αργά χθες το βράδυ στο μυαλό του είχε το στόμα μιας υποσχόμενης κοκκινομάλλας και τώρα, που μαχόταν ο ύπνος με τον ξύπνιο, στο μυαλό του είχε τη μουσούδα ενός σκύλου που του έγλυφε το πρόσωπο.

Στον καταυλισμό σιγά – σιγά η καινούρια μέρα έδινε ζωή στους κατοίκους του. Ο Εσθέρο είχε πάρει την ξεκούρδιστη, φτηνιάρικη κιθάρα του και έπαιζε αργόσυρτους σκοπούς τυλιγμένος με ένα πολύχρωμο ύφασμα. Ο ίδιος έλεγε ότι του το είχε στείλει ο Ρομάν από το Περού. Κι όταν κανείς τον ρωτούσε ποιος ήταν ο Ρομάν, ο Εσθέρο απαντούσε ότι ήταν ο μπασίστας των "Hidebound" και όσο κανείς επέμενε να τον ρωτά τόσο ο Εσθέρο έβρισκε όλο και περισσότερες λεπτομέρειες να του διηγηθεί για τη ζωή και τα έργα του Περουβιανού φίλου του. Ο Αντρέι, λίγο παραδίπλα, έκανε φανταστικούς διαλόγους μόνος του. Εκείνη τη μέρα ήταν ο Όσκαρ και η Μαρία οι πρωταγωνιστές του. Το ζευγάρι που συνέθετε τους ήρωες για το επόμενο θεατρικό που σκόπευε να ανεβάσει. Η Μάρθα σιγοτραγουδούσε ένα σκοπό καθώς άπλωνε στα σκοινιά την πρωινή της μπουγάδα. Φρόντιζε να κρεμάει τα ρούχα με τέτοιο τρόπο ώστε να κρύβει τις κιλότες της κάτω από τα πανωφόρια της. Η τραυματική εμπειρία με τον Μακένζι την είχε κάνει πολύ προσεκτική και δεν ήθελε τίποτα να θυμίζει σε κανένα ότι θα μπορούσε να του προσφέρει σεξουαλική ικανοποίηση στο εξής.

Ο Σιντ άνοιξε τα μάτια του και με την ανάστροφη του χεριού του σκούπισε το πρόσωπό του από τα υγρά που είχαν φτάσει μέχρι το πηγούνι του. Και όπως χάνονταν αυτά καθώς τα απορροφούσε το ύφασμα του μανικιού έτσι έσβηναν ξανά και οι μνήμες: το ζεστό στόμα της κοκκινομάλλας όπως και η σκυλίσια ανάσα του Κύριουσμιθ. Επέστρεφε ξανά στη ζωή – το απόλυτο λευκό της προσωπικής ιστορίας του τον τύλιγε και τον ξανάφερνε στα ίδια. Όσες απόπειρες κι αν είχε κάνει να εντοπίσει τι μπορεί να είχε συμβεί και κατέληξε να είναι μέλος αυτού του ιδιόμορφου συμπλέγματος ανθρώπων τόσες αποτυχίες έμεναν για να θυμάται. Και μαζεύονταν οι αποτυχίες αποτελώντας τη νέα του μνήμη διαγράφοντας συνεχώς κάθε υποψία για την ανεύρεση αναμνήσεων από το παρελθόν του.

Η πόρτα άνοιξε με βία και διαγράφοντας μία πορεία 180 μοιρών τράκαρε κάνοντας ένα ισχυρό μεταλλικό βρόντο στο πλαϊνό “τοίχωμα” της παράγκας του Σιντ. Ο Βαλερύ όρμησε μέσα αιμόφυρτος. Το δεξί του χέρι άφηνε ματωμένες στάμπες στο έδαφος καθώς το βαθυκόκκινο υγρό κυλούσε και έσταζε ασταμάτητα από μια βαθιά πληγή που ξεκινούσε από τον αγκώνα και κατέληγε στον καρπό. Ούρλιαζε ο Βαλερύ σαν παρανοϊκός. Ο Σιντ τον είχε ξαναδεί να ουρλιάζει έτσι αλλά πότε από πόνο και τρόμο. Γιατί το πρόσωπό του ήταν μια παραμορφωμένη ομάδα από μύες που συσπώνταν, μαλλιά μακρυά που ανέμιζαν από εδώ και από εκεί αφήνοντας κάποιες τούφες να κολλάνε στα ιδρωμένα μάγουλα και δύο μάτια με διεσταλμένες κόρες που νόμιζες πως θα πεταχτούν έξω ανά πάσα στιγμή! Ο Σιντ εμβρόντητος παρακολουθούσε το τρομακτικό μπάσιμο του φίλου του και προς στιγμή αναρωτήθηκε αν είχε πράγματι ξυπνήσει ή μήπως ήταν ακόμα ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Τον συνέφερε απότομα ο ίδιος ο Βαλερύ που τον έπιασε με δύναμη από το λαιμό με το αριστερό χέρι του ενώ το δεξί του χέρι άφηνε ίχνη πάνω στο ήδη πολυκαιρισμένο και ταλαιπωρημένο πουκάμισο του Σιντ.

-Κοίτα τι μου έκανε, θα πεθάνω, είναι κρίμα. Αλλά του έδειξα εγώ. Παλέψαμε για ώρα και δεν θα τα ξαναβάλει μαζί μου. Αλλά πονάω, πονάω πολύ γαμώτο. Το σιχαίνομαι το αίμα και το γαμημένο δε σταματάει να τρέχει, ζαλίζομαι, υποφέρω.

Ο Σιντ σαστισμένος άκουγε τον Βαλερύ χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Η λαβή στο λαιμό του είχε αρχίσει να τον πονάει αλλά ένιωθε πως αν δοκίμαζε να τραβηχτεί από το χέρι και το αγκάλιασμα θα απογοήτευε τον τρελαμένο Βαλερύ. Κατά κάποιον τρόπο πίστευε πως με το να τον αφήνει να πιάνεται από πάνω του, τού έδειχνε όση συμπαράσταση δεν μπορούν να δείξουν χίλιες παρηγορητικές λέξεις και τον έκανε κοινωνό του πόνου και της αγωνίας του. Μέχρι που η λαβή χαλάρωσε, το δεξί χέρι σταμάτησε να αγκαλιάζει την πλάτη του Σιντ και κρεμάστηκε για λίγο σα νεκρό από έναν άνευρο ώμο. Λίγες στιγμές μετά ο Βαλερύ κειτόταν στο έδαφος με τα μούτρα πάνω στο γεμάτο υγρασία χώμα.

Ο Σορίν, μεθυσμένος ακόμα, περπατούσε με το ζόρι καθώς πήγαινε στις φυλλωσιές στα δεξιά του καταυλισμού για να κατουρήσει. Τα μάτια μισόκλειστα και το κεφάλι έτοιμο να εκραγεί. Κούμπωσε το παντελόνι του, έπιασε τα γόνατά του και χαμήλωσε την πλάτη του. Έκανε εμετό μέχρι που νόμιζε ότι σε λίγο θα έβγαζε και τα εντόσθια του και θα έμεναν εκεί μαζί με τις υπόλοιπες ακαθαρσίες του καταυλισμού. Άλλωστε εκεί, στις φυλλωσιές, ήταν που πήγαιναν όλοι για να κάνουν τις ανάγκες τους. Η σκέψη αυτή τον σόκαρε. Συνήλθε. Έψαξε στη δεξιά τσέπη του παλτού του και βρήκε το μπουκαλάκι - “Τα λευκά” - έτσι το έλεγε κι αυτό επειδή ποτέ δεν ήξερε τι έχει μέσα. Μπορεί να είχε vodka, ρούμι, sambuca, gin, οτιδήποτε. Αλλά πάντα ήταν λευκό το περιεχόμενο ακόμα κι αν ήταν ακαθόριστο πιοτό. Ήπιε δύο γουλιές κι ένιωσε καλύτερα. Κάθισε στο μαλακό γρασίδι. Η αίσθηση της πάχνης που είχε κατακαθίσει του άρεσε. Καθώς έβγαινε από το ληθαργικό μεθύσι του άκουσε σκουξίματα και κάτι σαν πονεμένο κλάμα ζώου κάπου εκεί γύρω. Σηκώθηκε. Οι εικόνες από τα χυμένα εντόσθιά του χάθηκαν. Έπρεπε να εντοπίσει από που έρχονταν αυτοί οι ήχοι. Και προσηλώθηκε σε αυτό. Δεν δυσκολεύτηκε. Στο μικρό ξέφωτο πίσω από τις φυλλωσιές είδε τον Κύριοσμιθ να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει με ταχύτατο ρυθμό. Θα έπαιρνε όρκο ο Σορίν ότι τα πίσω πόδια του αγαπημένου του σκύλου ήταν διαλυμένα. Έτρεξε κοντά του. Ο Κύριοςσμιθ τον κοιτούσε ικετευτικά. Δεν μπορούσε να κουνηθεί. Ο Σορίν άρχισε να χαϊδεύει τη ράχη του σκυλιού τρυφερότερα από όσο είχε χαϊδέψει οποιονδήποτε στη ζωή του. Έφερε την παλάμη του στη μουσούδα του Κύριουσμιθ. Και τότε συνέβη κάτι που συντάραξε το Σορίν. Ο Κύριοςσμιθ πέταξε έξω τη γλώσσα του, πιο ξερή από ποτέ, και του έγλειψε το χέρι. Η ένταση των στιγμών καθάρισε το θολωμένο από το αλκοόλ μυαλό του Σορίν. Αυτός ο άμοιρος σκύλος ήταν ένα κομμάτι του καταυλισμού και σε καμία περίπτωση δεν θα τον άφηνε αβοήθητο. Έβγαλε το κουρέλι που φορούσε πάνω από την μπλούζα του και τοποθέτησε το σώμα του δύστυχου Σμιθ εκεί. Ύστερα τον σήκωσε προσεκτικά και τον έφερε στην αγκαλιά του βαστώντας τον γερά με τα δύο του χέρια ενώ το κουρέλι του εξασφάλιζε ότι δε θα του γλιστρούσε από εκεί ο σκύλος ακόμα κι αν έκανε κάποια πανικόβλητη κίνηση λόγω του πόνου από τα χτυπήματα. Στο λαιμό είχε και ένα σκίσιμο όπως παρατήρησε ο Σορίν αλλά ευτυχώς η πληγή δε φαινόταν σοβαρή – σίγουρα ο Βαλερύ που τόσα τους έλεγε για την Μοριακή Ανασύνθεση -ο τρελάρας- θα μπορούσε να προσφέρει τις απαραίτητες πρώτες βοήθειες στον Κύριοσμιθ ακόμα κι αν ήταν ο μόνος που φαινόταν να αντιπαθεί το σκυλί λόγω του φόβου που του δημιουργούσε. Αναρωτιόταν ο Σορίν τι να κάνει ο Βαλερύ την ώρα που σαν τραγικός πατέρας ξεκινούσε να κατευθύνεται ξανά προς τον καταυλισμό με τον Κύριοσμιθ να κλαίει στην αγκαλιά του. Στην πορεία θυμήθηκε τα λόγια του Ραλφ, ενός γέρου που είχε περάσει όλη τη ζωή του στον καταυλισμό μέχρι που πέθανε:

“Αυτός ο τόπος, καλό μου παιδί, έχει γεννηθεί για να χαθεί αλλά είναι και γεννημένος για χαμένους.”

Ο Kαταυλισμός, 1. Γύρω από τη φωτιά


Αυτη τη φορα ηταν απο τα χειροτερα μεθυσια του.

Ηξερε οτι αυτος ο ηλιθιος ο Σορίν εβαζε οτι αποπιομα μαζευε απο τις ταβερνες και απο τα μπαρ που ζητιανευε μεσα στο μπουκαλι του αλλα οταν επεσε το βραδυ και καθισε γυρω απο τη φωτια με τους αλλους ηταν το μονο που αντεχε να κανει. Αυτο και να τους ακουει. Παρ'ολο που χανανε τα λογια τους απο το πιοτο, απο τη τρελλα κι απο το κρυο που εκανε τα δοντια τους να χτυπανε, το να ακουει τη φωνη τους ηταν το μονο που του εδινε αυτο το σημειο που χρειαζοταν να πιαστει στο κοσμο. Η φωτια να χορευει μπροστα τους, οι φωνες τους, βαριες, κομπιαστες, το μπουκαλι που αλλαζε χερια.

Σημερα μιλουσε κυριως ο Εσθέρο ελεγε παλι εκεινη την παλαβη ιστορια με τους εξωγηινους που τον ειχαν παρει για μια βδομαδα σε ενα περιεργο δωματιο. Του ειχαν ανοιξει -ελεγε παλι- την κοιλια αλλα αυτος δεν ενιωθε τιποτα. Ειχε τα ματια του ανοιχτα για λιγη ωρα, και τους ακουγε σαν μεσα σε ονειρο που μιλουσαν μια γλωσσα που δεν καταλαβαινε. Πονο δεν ενιωθε και -παντα κομπιαζε σ'αυτο το σημειο- πριν χασει τελειως τις αισθησεις του καποιος κραταγε κατι λαμπερο πανω απο την κοιλια του. Παλι του ειχαν ζητησει να τους δειξει το σημαδι στη κοιλια του, παλι αυτος σηκωνε τα βρωμερα του κουρελια για να φανει μια ασπρη κοιλια, ρουφηγμενη, τα κοκκαλα να φαινονται ενα ενα κι εκει κατω δεξια ενα μικρο σημαδι. Τοτε αυτοι εβαζαν τα γελια και του 'λεγαν οτι αυτο ειναι χρονια πολλα. Μπορει να μην ηταν και τιποτα, μπορει μονο ενα χτυπημα που ειχε κανει οταν ηταν παιδι. Αυτος διαμαρτυροταν εντονα στην αρχη και μετα αδυναμα, οτι το ηξερε, και του ενος το προσωπο το ειδε και δεν ειχε μυτη παρα μονο δυο τρυπες στο προσωπο και τα ματια του ηταν ολοστρογγυλλα σα κερματα και ασπρα, κατασπρα.

Την ειχε ακουσει δεκαδες φορα την ιστορια αυτη, οπως και τις αλλες. Καθε φορα κατι καινουριο προσθεταν, κατι για το οποιο δεν ειχε γινει κανενας υπαινιγμος πριν. Κι ετσι η ιστορια μπλεκονταν και αλλαζε λιγο καθε φορα ετσι που απο την πρωτη φορα που ειχε ειπωθει δεν ειχαν απομεινει παρα ελαχιστα στοιχεια, ισως και τιποτα.

Σημερα στην ιστορια του Εσθερο εμπαινε η γυναικα με την μαυρη καμπαρντινα, και τα κοκκινα μαλλια που ειχε γνωρισει στο μπαρ. Αυτη που του ζητησε φωτια και μετα απο λιγο τα επιναν μαζι και μετα του εδωσε ενα τετοιο φιλι βεντουζα στο στομα που ποτε πριν δεν του ειχε δωσει καμια.

Και ειχε πολλες ο Εσθερο, κιθαριστας στους Hidebound βλεπεις, ενα συγκροτημα που κανεις τους δεν ειχε ποτε ακουσει αλλα αυτος ελεγε οτι ηταν σουπερ δημοφιλες πριν λιγα χρονια. Ποσα δεν μπορουσε να προσδιορισει.

Και ειχε παει ο Εσθερο με την κοκκινομαλλα μετα σε χοτελ και δε θυμοταν τι εκαναν αλλα ξυπνησε σε κεινο το το δωματιο που τον κοιταζε το κεφαλι με τα ασπρα στρογγυλα ματια...

Μπερδευε τα λογια του, λιγοι τον ακουγαν, λογια του παλαβου ποτου που επιναν, λογια της τρελλας τους. Καθοταν διπλα του, γυρισε και ακουμπησε στον ωμο του ετσι οπως συνεχιζε ο Εσθερο να μιλαει, ψιθυριστα τωρα. Ηλπιζε να ερθει να κοιμηθει μαζι του αποψε, να κουλουριαστει πανω του, ηλπιζε να ειναι αυτος αποψε.

Απο τοτε που η Μαρθα τους το ξεκοψε αηδιασμενη οτι δεν ειχε αλλο σεξ, ειχαν μονο αυτο σα μονη διεξοδο να νιωσουν ενα σωμα ν'ακουμπα το δικο τους. Και η Μαρθα ηταν η μονη γυναικα του καταυλισμου. Πριν τους διαολοστειλει επαιρνε και δυο και τρεις καθε βραδυ. Κοιμοντουσαν ησυχοι μετα, κι αυτοι και οι αλλοι, ηξεραν οτι την επομενη ή την μεθεπομενη θα ηταν η σειρα τους. Ητανε καλη η Μαρθα. Μονο το ποτο της επρεπε να της δινουν καθε μερα και τα μικρα τηγανιτα ψαρια το μονο φαγητο που δεχοταν να φαει. Επινε απο το πρωι που ανοιγε τα ματια της και μολις αρχιζε και σουρουπωνε τους εκανε τα κεφια τους μεχρι να τους παρει ο υπνος. Μεχρι που εκεινος ο παλαβος ο Μακενζι αρχισε να την χτυπαει μεσα στη παλιοπαραγκα της και να φωναζει οτι αυτη ηταν η αιτια που ηταν εδω περα, και πως αυτος ηταν ο μονος που μπορουσε να κρατησει την εδρα της Φάζι Ηθικης στο Ινστιτουτο. Τον μαζεψαν απο πανω της με τα χιλια ζορια, η Μαρθα σε κακα χαλια ολο γδαρσιματα εμεινε κλεισμενη μια βδομαδα μεσα, μονο την μπουκαλα της δεν παρελειψε να παιρνει, που αυτοι συνεχισαν ν'αφηνουν εξω απο τη πορτα της. Τα ποδια της ομως δεν τα ξανανοιξε για κανενα τους.

Ακουγοταν μονο το τριζοβολημα της φωτιας τωρα.

Ο σκυλος τους, ο Κυριοςσμιθ, μεταξυ του κυκλου που ειχαν κανει και της φωτιας αλλα σε ασφαλη αποσταση απο τον Βαλερύ που τον φοβοταν. Γιατι τον κυνηγουσε Ο Βαλερύ, μεθυσμενος και ξεμεθυστος, και του φωναζε οτι θα τονε ξεσκεπασει γιατι αυτος ητανε ο πραγματικος Κυριος Σμιθ και οχι αυτο το βρωμερο παλιοσκυλο. Κανεις ποτε δεν καταλαβε γιατι τα εβαζε με το σκυλο που ηταν -αλιμονο- φανερο οτι δεν ειχε ισχυριστει ποτε οτι αυτος ηταν ο Κυριος Σμιθ, αλλα κανεις δεν ηξερε ή δεν θυμοταν πως ειχε αρχισει αυτη η ιστορια και αυτη η διαμαχη. Η τρελλα του Βαλερυ ηταν απο τις χειροτερες, κι οταν ελεγε οτι αυτος ηταν ο εργολαβος που ειχε φτιαξει το Κεντρο Μοριακης Ανασυνθεσης και Ραδιοφωνου τα ματια του γυαλιζαν και η φωνη του ηταν δυνατη και σαν ιεροκηρυκα και ο φτωχος Κυριοςσμιθ, εφευγε μεσα απο το κυκλο κουλουριαζοταν πισω απο τον Σιντ και κλαψουριζε σιγανα.

Ολοι ειχαν μια ιστορια να πουν, που την παραλλαζαν ή τις εβαζαν καινουρια στοιχεια καθε βραδυ. Μονο ο Σιντ δεν ειχε. Μονο αυτος δεν θυμοταν τιποτα και πως ειχε βρεθει ν’ανοιγει τα ματια του εκεινο το μεσημερι και ν’αντικρυζει πρωτα το μουσουδι του Κυριουσμιθ που του ειχε φανει τεραστιο ετσι οπως τον μυριζε, μετα τα ψηλα αγριοχορτα, μετα τον ηλιο που τοτε του ειχε φανει κοκκινος και μετα μολις ανασηκωθηκε τις αθλιες παραγκες σκορπισμενες σε ολη την εκταση γυρω.

Αυτο μονο. Και οτι στην αρχη δεν ηθελε να πινει. Αλλα οταν ενα βραδυ γυρω απο τη φωτια βρεθηκε να κραταει το μπουκαλι στα χερια του και ηπιε μηχανικα κι ενιωσε να μουδιαζει γλυκα ολο του το σωμα δεν το σταματησε ποτε. Ολοι ειχαν ιστορια να πουν, ολων ηταν αλλοπροσαλλη, υπερβολικη – ο Σοριν ειχε δικο του τσιρκο λεει, ο Φωκας ηταν υπευθυνος Ψυχοδυναμικης Τροφοδοσιας Στολου και ο Αντρέι διευθυντης του Θεάτρου Ποικιλιών - μονο σε αυτου το μυαλο υπηρχε αυτο το λευκο κενο.

Το μονο που ηξερε ηταν οτι του αρεσε ο Εσθερο, και οτι πονουσε πολυ τα βραδυα που πηγαινε και κουλουριαζοταν πισω απο καποιον αλλο. Ισως γιατι ετσι οπως κοιμοντουσαν κολλητα, παραμιλουσε κατι τραγουδια που κατι του θυμιζαν, κατι που αυτος εβαζε το χερι του να το πιασει μεσα σε μια ψιλη αμμο κι αυτο ολο και χωνοταν βαθυτερα. Κι αυτο το σημερινο με την γυναικα με τα κοκκινα μαλλια το ειχε πραγματι πει ή το ειχε ονειρευτει ετσι οπως ειχε γειρει στον ωμο του τοσο βαρεια μεθυσμενος και μισοκοιμισμενος. Ενα προσωπο που ειχε σταθει για λιγη ωρα στη σκεψη του, δυο πελωρια κοκκινα χειλη που τον πλησιαζαν, ενα τοσο δυνατο φιλι που λες και τραβουσε ακομα και τωρα τη γλωσσα του μεσα σ’ενα υγρο ζεστο στομα.

Θα θυμοταν να τον ρωτησει αυριο; Ειχε πολλα να τον ρωτησει, ηταν στιγμες που ενιωθε οτι ειχε πολλα, στιγμες οπως τωρα, αλλα που την αλλη μερα δεν υπηρχαν οι ερωτησεις, δεν υπηρχαν τα λογια, δεν υπηρχαν καν οι σκηνες αυτης της κατασπαραγμενης μνημης.